Η νέα έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) αποτυπώνει με ξεκάθαρο τρόπο τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά τα ελληνικά νοικοκυριά, την ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να παρουσιάσει μια εξωραϊσμένη εικόνα για την ακρίβεια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο πληθωρισμός στα σούπερ μάρκετ διαμορφώθηκε στο 2,45% τον Ιανουάριο του 2026 σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025, ενώ μόνο σε έναν μήνα, από τον Δεκέμβριο του 2025 έως τον Ιανουάριο του 2026, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 1,57%. Το κυλιόμενο δωδεκάμηνο καταγράφει επίσης αύξηση 1,49%, επιβεβαιώνοντας ότι η πίεση στο καλάθι του νοικοκυριού παραμένει σταθερά ανοδική.
Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί συγκράτησης των τιμών, τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν πως βασικά αγαθά, απολύτως απαραίτητα για τη διατροφή των πολιτών, έχουν εκτοξευθεί. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η αύξηση στα φρέσκα κρέατα, η οποία ξεπερνά το 13%, καθιστώντας πλέον το κρέας είδος πολυτελείας για μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται επίσης σε είδη πρωινού και ροφήματα, που αυξήθηκαν κατά 10,07%, αλλά και σε προϊόντα όπως σοκολάτες, μπισκότα και ζαχαρώδη, τα οποία ανατιμήθηκαν κατά 6,32%. Αντίστοιχα, ανοδικά κινήθηκαν οι τιμές σε φρέσκα ψάρια και θαλασσινά, καθώς και στα αλκοολούχα ποτά.
Η κυβέρνηση αποδίδει τις αυξήσεις κυρίως σε διεθνείς συγκυρίες, όπως η άνοδος των τιμών πρώτων υλών, οι κλιματικές αλλαγές και οι ασθένειες ζωικού κεφαλαίου. Ωστόσο, η επίκληση εξωτερικών παραγόντων δεν αρκεί για να καλύψει την αποτυχία ουσιαστικής πολιτικής παρέμβασης για την προστασία των καταναλωτών. Η εξάρτηση της ελληνικής αγοράς από εισαγόμενα προϊόντα, όπως το μοσχαρίσιο και το χοιρινό κρέας, αποκαλύπτει χρόνια προβλήματα στον πρωτογενή τομέα, για τα οποία η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει αποτελεσματικές λύσεις.
Την ίδια στιγμή, οι περιορισμένες μειώσεις τιμών που καταγράφονται σε κατηγορίες όπως απορρυπαντικά, είδη καθαρισμού και προϊόντα για κατοικίδια, δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τη συνολική οικονομική πίεση που υφίστανται τα νοικοκυριά. Πρόκειται κυρίως για προϊόντα δευτερεύουσας κατανάλωσης, τα οποία δεν επηρεάζουν καθοριστικά το βασικό κόστος διαβίωσης.
Το ΙΕΛΚΑ αναφέρεται σε παράγοντες που συγκρατούν εν μέρει τις τιμές, όπως οι οικονομίες κλίμακας των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ και η αύξηση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή φανερώνει περισσότερο την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, οι οποίοι στρέφονται αναγκαστικά σε φθηνότερες επιλογές, παρά μια πραγματική βελτίωση των οικονομικών συνθηκών.
Ακόμη και οι πρωτοβουλίες που διαφημίστηκαν από την κυβέρνηση για μείωση των τιμών αποδεικνύονται περιορισμένης αποτελεσματικότητας, καθώς η επίδρασή τους δεν μπορεί καν να αποτιμηθεί ουσιαστικά, αφού εφαρμόστηκαν για ελάχιστο χρονικό διάστημα.
Η συνολική εικόνα αποτυπώνει μια αγορά που συνεχίζει να πιέζει τους καταναλωτές, με το κόστος διατροφής να αυξάνεται σταθερά. Παρά τις κυβερνητικές δηλώσεις περί σταθεροποίησης της οικονομίας, τα στοιχεία δείχνουν ότι η ακρίβεια παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα ελληνικά νοικοκυριά, τα οποία βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται μπροστά στις καθημερινές ανάγκες.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, καθώς η αδυναμία ελέγχου της ακρίβειας ενισχύει την ανασφάλεια των πολιτών και διευρύνει τις οικονομικές ανισότητες. Για πολλούς καταναλωτές, η καθημερινότητα έχει μετατραπεί σε έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης, γεγονός που θέτει σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται.
