Η Ρωσία και η Κίνα, οι κύριοι διπλωματικοί σύμμαχοι του Ιράν, καταδικάζουν με σφοδρότητα τον πόλεμο που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά της Τεχεράνης, χαρακτηρίζοντας τις επιθέσεις ως ξεκάθαρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν δίστασε να μιλήσει για «κυνική παραβίαση όλων των κανόνων της ανθρώπινης ηθικής», αναφερόμενος στη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, το Σάββατο. Παράλληλα, ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών, Γουάνγκ Γι, απευθύνθηκε στον Ισραηλινό ομόλογό του, προειδοποιώντας ότι η βία δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα και καλώντας όλες τις πλευρές να αποφύγουν την περαιτέρω κλιμάκωση, ενώ Ρωσία και Κίνα ζήτησαν από κοινού τη σύγκληση έκτακτης συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Η αντίδραση των δύο δυνάμεων αντικατοπτρίζει τις στενές σχέσεις τους με την Τεχεράνη, αλλά παρά την έντονη ρητορική, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι προτίθενται να εμπλακούν στρατιωτικά. Η Ρωσία και το Ιράν υπέγραψαν τον Ιανουάριο του 2025 μια Συνθήκη Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης που εμβάθυνε την συνεργασία σε εμπορικό, στρατιωτικό και πολιτιστικό επίπεδο και προέβλεπε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και συντονισμό σε τομείς πληροφοριών και άμυνας. Παρ’ όλα αυτά, η συνθήκη δεν περιλάμβανε ρήτρα αμοιβαίας άμυνας, αφήνοντας τη Μόσχα εκτός υποχρέωσης να αντιδράσει στρατιωτικά. Όπως εξηγεί ο Αντρέι Κορτούνοφ, πρώην γενικός διευθυντής του Ρωσικού Συμβουλίου Διεθνών Υποθέσεων, η Ρωσία έχει δημιουργήσει προηγούμενα όπου παρόμοιες συμφωνίες περιλάμβαναν δεσμεύσεις άμεσης στρατιωτικής δράσης, όπως στη συμφωνία με τη Βόρεια Κορέα του 2024, αλλά με το Ιράν η στρατηγική περιορίζεται στην αποφυγή εχθροπραξιών και στη διπλωματική υποστήριξη, αποφεύγοντας κινδύνους άμεσης εμπλοκής. Παρά την απογοήτευση ορισμένων Ιρανών αξιωματούχων, η Ρωσία φαίνεται να δίνει προτεραιότητα στη μεσολάβηση των ΗΠΑ σε άλλες συγκρούσεις και στην προστασία των δικών της γεωπολιτικών συμφερόντων.
Αντίστοιχα, η Κίνα έχει αναπτύξει μακροχρόνιες σχέσεις με το Ιράν, υπογράφοντας το 2021 25ετή συμφωνία συνεργασίας που εμβαθύνει τις δεσμεύσεις στους τομείς της ενέργειας και εντάσσει το Ιράν στην πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος». Παρά τη στενή οικονομική συνεργασία και το γεγονός ότι η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό προορισμό για το ιρανικό αργό πετρέλαιο, το Πεκίνο έχει θέσει σαφή όρια στη στρατιωτική εμπλοκή. Η κινεζική κυβέρνηση επιμένει σε πολιτική μη ανάμειξης, προτιμώντας τον ρόλο του διαμεσολαβητή και της διπλωματικής σταθεροποίησης, ώστε να αποφευχθεί η περαιτέρω κλιμάκωση που θα απειλούσε τόσο τα οικονομικά όσο και τα στρατηγικά της συμφέροντα στην περιοχή.
Η Ρωσία και η Κίνα επιλέγουν τη στρατηγική της διπλωματίας, της πίεσης μέσω διεθνών θεσμών και της οικονομικής επιρροής, διατηρώντας παράλληλα το Ιράν υπό προστατευτικό σχήμα χωρίς να εκθέτουν τον εαυτό τους σε ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση. Παρά τις ρητορικές καταδίκες και τις έντονες δηλώσεις, η πραγματικότητα είναι ότι καμία από τις δύο δυνάμεις δεν είναι έτοιμη να μετατρέψει τη ρητορική σε στρατιωτική δράση, περιορίζοντας τη στήριξη σε διπλωματική και οικονομική πίεση. Η Μόσχα και το Πεκίνο προτιμούν να διατηρήσουν την ψυχραιμία στην Τεχεράνη και στη Μέση Ανατολή, ενώ παράλληλα προστατεύουν τα δικά τους συμφέροντα, αφήνοντας το Ιράν να αντιμετωπίσει την κρίση κυρίως με δικές του δυνάμεις.
Αυτή η στρατηγική, με δραματικό βάθος και διεθνή συντονισμό, αναδεικνύει τη σκληρή πραγματικότητα: παρά την εξάρτηση του Ιράν από Ρωσία και Κίνα, η χώρα παραμένει μόνος της στην καρδιά μιας πολυεπίπεδης και επικίνδυνης σύγκρουσης, όπου η διπλωματική προστασία έχει όρια και η στρατιωτική στήριξη είναι μάλλον απουσία.
