Η σύγκριση της ελληνικής αγοράς κατοικίας μεταξύ του 2007 και του 2026 αναδεικνύει μια ζοφερή πραγματικότητα, η οποία καταρρίπτει το κυβερνητικό αφήγημα περί οικονομικής ανάκαμψης και ευημερίας. Παρά τις θριαμβολογίες για την αύξηση του κατώτατου μισθού, η ουσία παραμένει ότι η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση έχει μετατραπεί από ένα εφικτό όνειρο της μεσαίας τάξης σε ένα απρόσιτο προνόμιο για λίγους, εξαιτίας της πλήρους αποτυχίας ελέγχου του κόστους ζωής και της απουσίας μιας ουσιαστικής στεγαστικής πολιτικής.
Ενώ το 2007 ένα νέο ζευγάρι μπορούσε να αποκτήσει σπίτι με μηδενική ή ελάχιστη αποταμίευση χάρη στην υψηλή τραπεζική ρευστότητα, σήμερα η κυβερνητική αδράνεια απέναντι στις τράπεζες έχει επιτρέψει τη δημιουργία ενός ανυπέρβλητου «φράγματος εισόδου». Οι πολίτες δεν έρχονται αντιμέτωποι μόνο με τις απαγορευτικές τιμές των ακινήτων, που επέστρεψαν σε επίπεδα προ κρίσης, αλλά και με μια τραπεζική ασφυξία. Οι απαιτήσεις για τεράστια ίδια κεφάλαια (30.000€-45.000€) και τα αυστηρότατα κριτήρια έγκρισης καθιστούν τον δανεισμό αδύνατο για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων, οι οποίοι παραμένουν εγκλωβισμένοι στο δυσβάσταχτο κόστος των ενοικίων.
Η πραγματικότητα διαψεύδει τους επίσημους δείκτες, καθώς η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών έχει κατακρημνιστεί. Η ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920€ φαντάζει εμπαιγμός, όταν το κόστος των βασικών ειδών διατροφής έχει εκτιναχθεί κατά 68% και οι λογαριασμοί ενέργειας έχουν υπερδιπλασιαστεί. Η καθημερινότητα του 2026 είναι μια καθημερινότητα ακρίβειας, όπου το «καλάθι του νοικοκυριού» και τα επικοινωνιακά ημίμετρα δεν μπορούν να καλύψουν το γεγονός ότι για την έγκριση του ίδιου δανείου απαιτείται πλέον καθαρό εισόδημα αυξημένο κατά τουλάχιστον 420€ το μήνα σε σχέση με το παρελθόν.
Η στεγαστική κρίση του 2026 δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο, αλλά το αποτέλεσμα μιας πολιτικής που επέτρεψε την ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία στα ακίνητα και την ενέργεια, ενώ ταυτόχρονα άφησε τους μισθούς να υπολείπονται δραματικά του πληθωρισμού. Το 2007, ένας σταθερός μισθός αρκούσε για να ανοίξει η πόρτα ενός σπιτιού. Σήμερα, η κυβέρνηση παρακολουθεί αμέτοχη μια γενιά να αποκλείεται οριστικά από την αγορά κατοικίας, καθώς το διαθέσιμο εισόδημα εξανεμίζεται στις βασικές ανάγκες επιβίωσης πριν καν φτάσει στο ταμείο της τράπεζας. Η μετάβαση από την «ευκολία» του 2007 στην «οικονομική εξόντωση» του 2026 αποτελεί την πιο ηχηρή ομολογία αποτυχίας μιας πολιτικής που ευνοεί τους αριθμούς και τις τράπεζες εις βάρος των ανθρώπων.
