Η αγορά κρέατος εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο, καθώς οι τιμές σε αρνί, κατσίκι και μοσχάρι καταγράφουν ήδη υψηλά επίπεδα και οι πιέσεις ενόψει Πάσχα εντείνονται.
Την ίδια στιγμή, το αυξημένο κόστος παραγωγής, οι ζωονόσοι και οι διεθνείς αναταράξεις διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας για παραγωγούς, εμπόρους και καταναλωτές.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η πορεία των τιμών παραμένει εξαιρετικά ρευστή, καθώς επηρεάζεται από μια σειρά μεταβλητών που δεν επιτρέπουν ασφαλείς προβλέψεις. Στη λιανική, η τιμή του μοσχαριού έχει ήδη υπερβεί τα 20 ευρώ το κιλό, ενώ το αρνί και το κατσίκι κινούνται πλέον μεταξύ 14 και 16 ευρώ το κιλό, γεγονός που τροφοδοτεί φόβους για νέες αυξήσεις όσο πλησιάζει η πασχαλινή περίοδος. Η αγορά κρέατος λειτουργεί ήδη υπό πίεση, αφού η διαθέσιμη προσφορά περιορίζεται τόσο από τις επιπτώσεις των ζωονόσων όσο και από τη συνεχή επιβάρυνση του κόστους παραγωγής και μεταφοράς.
Ιδιαίτερη επιβάρυνση προκαλεί και η άνοδος του ενεργειακού κόστους, που επηρεάζει άμεσα τη διακίνηση των προϊόντων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η τιμή του ντίζελ κίνησης έχει ξεπεράσει το 1,90 ευρώ το λίτρο, όταν στα τέλη Φεβρουαρίου βρισκόταν στα 1,568 ευρώ, εξέλιξη που αυξάνει σημαντικά τα λειτουργικά έξοδα σε όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αγωνία για την τελική διαμόρφωση των τιμών εντείνεται, καθώς κάθε νέα ανατίμηση σε καύσιμα ή πρώτες ύλες μεταφέρεται σταδιακά στην τελική τιμή του προϊόντος.
Παρεμβάσεις για την ανάσχεση των ανατιμήσεων
Μπροστά σε αυτή την εικόνα, η κυβέρνηση προετοιμάζει νέο πακέτο παρεμβάσεων με στόχο να περιορίσει περαιτέρω αυξήσεις. Μετά την εφαρμογή πλαφόν στα καύσιμα και σε βασικά είδη των σούπερ μάρκετ, η προσοχή στρέφεται πλέον στον αγροτικό τομέα, ο οποίος δέχεται ισχυρές πιέσεις από τη σημαντική άνοδο στις τιμές των λιπασμάτων. Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης εξετάζει μέτρα που περιλαμβάνουν πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, αλλά και οικονομική στήριξη προς τους παραγωγούς.
Όπως ανέφερε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστας Τσιάρας, οι σχετικές αποφάσεις αναμένονται μέσα στις επόμενες ημέρες, με βασικό στόχο την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα απέναντι στις αυξανόμενες πιέσεις. Η παρέμβαση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το κόστος των αγροτικών εφοδίων επηρεάζει άμεσα την παραγωγική διαδικασία και, τελικά, την τιμή των προϊόντων που φτάνουν στην αγορά. Οι διεθνείς εξελίξεις δυσχεραίνουν περαιτέρω την κατάσταση, αφού ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν οδηγήσει σε νέα άνοδο της τιμής της ουρίας, η οποία από τα 465,5 δολάρια ανά τόνο στα τέλη Φεβρουαρίου προσεγγίζει πλέον τα 600 δολάρια.
Εκπρόσωποι του αγροτικού κόσμου προειδοποιούν ότι ενδεχόμενες ελλείψεις σε πρώτες ύλες δεν θα προκαλέσουν μόνο ανατιμήσεις, αλλά ενδέχεται να οδηγήσουν και σε περιορισμό της παραγωγής. Έτσι, η πίεση δεν περιορίζεται μόνο στη λιανική αγορά, αλλά αγγίζει ήδη τον πυρήνα της παραγωγικής διαδικασίας, ενισχύοντας τον προβληματισμό για το επόμενο διάστημα.
Ζωονόσοι, περιορισμοί και φόβοι για την πασχαλινή επάρκεια
Την ίδια ώρα, οι ζωονόσοι επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση και εντείνουν τους φόβους για την επάρκεια της αγοράς ενόψει Πάσχα. Στη Λέσβο επιβεβαιώθηκε κρούσμα αφθώδους πυρετού σε βοοειδή, γεγονός που οδήγησε στην απαγόρευση εξόδου ζώντων ζώων από την περιοχή. Παράλληλα, κλιμάκιο του υπουργείου μεταβαίνει στο νησί ώστε να συντονίσει τα αναγκαία μέτρα. Παραγωγοί εκτιμούν ότι περίπου 70.000 αμνοερίφια, τα οποία προορίζονταν για την πασχαλινή αγορά, ενδέχεται τελικά να μη διατεθούν.
Παράλληλα, η ευλογιά των αιγοπροβάτων εξακολουθεί να δημιουργεί σοβαρές απώλειες. Από τον Αύγουστο του 2024 έως τις αρχές Μαρτίου 2026 έχουν καταγραφεί περισσότερα από 2.100 κρούσματα, ενώ οι θανατώσεις ζώων έχουν φτάσει σε εκατοντάδες χιλιάδες. Μόνο από τις αρχές του 2026 έως τις 8 Μαρτίου καταγράφηκαν 103 νέα κρούσματα, στοιχείο που δείχνει ότι η απειλή παραμένει ενεργή και πιεστική.
Οι αρμόδιοι φορείς θεωρούν το επόμενο δίμηνο έως το Πάσχα καθοριστικό. Για τον λόγο αυτό, εντείνουν τους ελέγχους στην αγορά, αυστηροποιούν τα μέτρα επιτήρησης και επιταχύνουν τις διαδικασίες αποζημίωσης για τους παραγωγούς που έχουν πληγεί. Μέσα από αυτές τις κινήσεις επιχειρούν να συγκρατήσουν τις τιμές και να διασφαλίσουν την επάρκεια των προϊόντων, σε μια συγκυρία όπου κάθε νέα ανατροπή μπορεί να επηρεάσει άμεσα τόσο την αγορά όσο και την καταναλωτική δυνατότητα των νοικοκυριών.
