Το στεφάνι της Πρωτομαγιάς δεν καίγεται την ίδια ημέρα που φτιάχνεται, αλλά διατηρείται μέχρι τις 23 Ιουνίου, παραμονή της γιορτής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.
Η παράδοση αυτή αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ελληνικά έθιμα και συμβολίζει τη μετάβαση από την άνοιξη στο καλοκαίρι, παραμένοντας ζωντανή σε πολλές περιοχές της χώρας.
Πριν η Πρωτομαγιά αποκτήσει τον σημερινό της κοινωνικό και εργατικό χαρακτήρα, ήταν μια γιορτή αφιερωμένη στη φύση και την αναγέννησή της. Από την αρχαιότητα, οι άνθρωποι τιμούσαν την περίοδο αυτή με τελετουργίες που σχετίζονταν με τη γονιμότητα, την καλή σοδειά και την ευημερία. Στην ελληνική μυθολογία, η επιστροφή της Περσεφόνης από τον Κάτω Κόσμο στη μητέρα της, Δήμητρα, συμβόλιζε την αναγέννηση της φύσης και την έλευση της άνοιξης.
Το μαγιάτικο στεφάνι, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, καθιερώθηκε στον ελλαδικό χώρο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Κατασκευαζόταν από κληματόβεργες ή κλαδιά και στολιζόταν με λουλούδια, ενώ συχνά περιλάμβανε συμβολικά στοιχεία, όπως σκόρδο για προστασία από το κακό και αγκάθια για αποτροπή αρνητικών δυνάμεων.
Το στεφάνι τοποθετείται συνήθως στην είσοδο του σπιτιού και παραμένει εκεί για περίπου δύο μήνες. Το έθιμο ολοκληρώνεται το βράδυ της 23ης Ιουνίου, όταν ανάβουν φωτιές στις γειτονιές και τα στεφάνια καίγονται, σε μια τελετουργία που συνδέεται και με το θερινό ηλιοστάσιο.
Η καύση του στεφανιού συμβολίζει το τέλος ενός κύκλου: την αποχώρηση της άνοιξης και την έναρξη του καλοκαιριού, ενώ παράλληλα εκφράζει την ιδέα της ανανέωσης και της ευγνωμοσύνης για όσα προηγήθηκαν.
