Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ απέρριψε ενδικοφανή προσφυγή φαρμακευτικής εταιρείας, επικυρώνοντας τους φορολογικούς καταλογισμούς που επιβλήθηκαν μετά από έλεγχο για λήψη μερικώς εικονικών φορολογικών στοιχείων από προμηθεύτρια φαρμακαποθήκη, υπόθεση που συνδέθηκε με ευρήματα για εικονικές αγορές, ελλείψεις υποδομών και αδυναμία υποστήριξης του όγκου συναλλαγών που εμφανιζόταν στα παραστατικά.
Η υπόθεση αφορά εταιρεία με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο φαρμακευτικών προϊόντων, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο φορολογικού ελέγχου για τα έτη 2014 και 2015, μετά από πορίσματα της ΔΟΥ Έδεσσας σχετικά με τη δραστηριότητα προμηθεύτριας επιχείρησης. Σύμφωνα με τον έλεγχο, η συγκεκριμένη εταιρεία εξέδιδε μερικώς εικονικά φορολογικά στοιχεία χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί η ακριβής εικονική αξία των συναλλαγών, ενώ μεταξύ των ληπτών των παραστατικών συγκαταλεγόταν και η προσφεύγουσα εταιρεία.
Αρχικά, η επιχείρηση είχε προσφύγει κατά των καταλογισμών και είχε δικαιωθεί σε προηγούμενο στάδιο από τη ΔΕΔ λόγω πλημμελούς αιτιολογίας, γεγονός που οδήγησε σε επανέλεγχο από το 1ο ΕΛΚΕ Θεσσαλονίκης. Ο νέος έλεγχος κατέληξε εκ νέου στο συμπέρασμα ότι η εταιρεία είχε λάβει μεγάλο αριθμό μερικώς εικονικών παραστατικών, επαναφέροντας τους καταλογισμούς και τα πρόστιμα.
Κεντρικό σημείο της υπόθεσης αποτέλεσαν τα ευρήματα για τη λειτουργία της εκδότριας φαρμακαποθήκης. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του ελέγχου, μεγάλο μέρος των εμπορευμάτων που εμφανιζόταν ότι διέθετε προς πώληση προερχόταν από αγορές οι οποίες είχαν ήδη κριθεί εικονικές για ανύπαρκτες συναλλαγές. Παράλληλα, κρίθηκε ότι η εταιρεία δεν διέθετε τις αναγκαίες υποδομές ώστε να υποστηρίξει τον όγκο δραστηριότητας που εμφάνιζε.
Ειδική αναφορά γίνεται και στις υποδομές ψύξης, οι οποίες θεωρούνται κρίσιμες για τη διακίνηση φαρμακευτικών προϊόντων. Ο έλεγχος διαπίστωσε ότι η εκδότρια εταιρεία είτε δεν διέθετε επαρκείς ψυκτικούς χώρους είτε οι διαθέσιμες εγκαταστάσεις ήταν περιορισμένης χωρητικότητας και δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τον όγκο των φερόμενων συναλλαγών. Επιπλέον, διαπιστώθηκε έλλειψη κατάλληλων μεταφορικών μέσων και εξειδικευμένου προσωπικού για τη διαχείριση της δραστηριότητας που παρουσιαζόταν στα φορολογικά στοιχεία.
Η φορολογική διοίκηση επικαλέστηκε επίσης νεότερες δικαστικές εξελίξεις, επισημαίνοντας ότι με απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι τα φορολογικά στοιχεία που είχε λάβει η εκδότρια ήταν εικονικά για ανύπαρκτες συναλλαγές, ενώ τα στοιχεία που εξέδιδε προς πελάτες χαρακτηρίστηκαν μερικώς εικονικά χωρίς δυνατότητα ακριβούς προσδιορισμού της εικονικής αξίας.
Από την πλευρά της, η προσφεύγουσα εταιρεία υποστήριξε ότι ο έλεγχος στηρίχθηκε σε μεταγενέστερα γεγονότα που δεν αφορούσαν τα ελεγχόμενα έτη, αμφισβήτησε τη βαρύτητα δικαστικών αποφάσεων που αφορούσαν άλλες εταιρείες και υποστήριξε ότι δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς στοιχεία όπως οι αποθήκες, οι καρτέλες ειδών, τα βιβλία και οι τραπεζικές πληρωμές. Παράλληλα, επικαλέστηκε καλή πίστη ως προς τις συναλλαγές με τον προμηθευτή.
Η ΔΕΔ, ωστόσο, απέρριψε τους ισχυρισμούς, κρίνοντας ότι η υπόθεση εμπίπτει στις διατάξεις περί φοροδιαφυγής λόγω λήψης εικονικών στοιχείων και ότι οι πράξεις ήταν επαρκώς αιτιολογημένες. Παράλληλα έκρινε ότι δεν είχε επέλθει παραγραφή, καθώς για υποθέσεις φοροδιαφυγής του συγκεκριμένου διαστήματος εφαρμόζεται δεκαετής προθεσμία ελέγχου.
Με την απόφαση διατηρήθηκαν οι πράξεις προσδιορισμού φόρου και τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί από τις φορολογικές αρχές, κλείνοντας έναν πολυετή κύκλο ελέγχων και επανεξέτασης της υπόθεσης.
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ προχώρησε σε μερική αποδοχή ενδικοφανούς προσφυγής επιχειρηματία με δραστηριότητα στην αποθήκευση, μειώνοντας τον πρόσθετο φορολογικό καταλογισμό που είχε προκύψει έπειτα από έλεγχο με έμμεσες τεχνικές προσδιορισμού εισοδήματος και ειδικότερα με τη μέθοδο της ανάλυσης ρευστότητας.
Η υπόθεση αφορά έλεγχο που διενεργήθηκε για τα φορολογικά έτη 2019 και 2020 από τη ΔΟΥ Δράμας σε ατομική επιχείρηση με κύριο αντικείμενο την αποθήκευση. Κατά τον αρχικό φορολογικό έλεγχο δεν εντοπίστηκαν λογιστικές διαφορές μέσω των συνήθων ελεγκτικών επαληθεύσεων. Ωστόσο, οι φορολογικές αρχές διαπίστωσαν ότι το δηλωθέν εισόδημα δεν επαρκούσε για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης, γεγονός που οδήγησε στην εφαρμογή έμμεσων τεχνικών ελέγχου και συγκεκριμένα της ανάλυσης ρευστότητας.
Από την ανάλυση των πηγών κεφαλαίων και των αναλώσεων για το 2019 προέκυψε αρχικά αρνητική διαφορά, την οποία ο έλεγχος αντιμετώπισε ως μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ για το 2020 καταγράφηκε θετικό αποτέλεσμα. Με βάση τα ευρήματα εκδόθηκε πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και επιβλήθηκαν πρόσθετοι φόροι και πρόστιμα.
Ο φορολογούμενος προσέφυγε στη ΔΕΔ υποστηρίζοντας ότι κατά την κατάρτιση του πίνακα ανάλυσης ρευστότητας είχαν παραλειφθεί ή αποτυπωθεί εσφαλμένα κρίσιμα λογιστικά στοιχεία. Ειδικότερα υποστήριξε ότι είχε καταγραφεί μικρότερο υπόλοιπο ταμείου κατά την έναρξη της χρήσης του 2019, δεν είχε ληφθεί υπόψη ποσό που είχε δηλωθεί στο έντυπο Ε3 ως λοιπά έσοδα, ενώ αμφισβήτησε και τον τρόπο αντιμετώπισης απαιτήσεων και υποχρεώσεων της επιχείρησης. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του προσκόμισε λογιστικά αρχεία, ισοζύγια και εγγραφές ανοίγματος χρήσης.
Κατά την εξέταση της υπόθεσης, η ΔΕΔ έκρινε ότι δύο από τους ισχυρισμούς του φορολογούμενου ήταν βάσιμοι. Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι το υπόλοιπο ταμείου κατά την έναρξη του 2019 ήταν υψηλότερο από αυτό που είχε λάβει υπόψη ο έλεγχος, καθώς από τα συμπληρωματικά λογιστικά στοιχεία προέκυπτε διαφορετική εγγραφή ανοίγματος. Παράλληλα έγινε δεκτό ότι έπρεπε να προστεθεί στην πλευρά των πηγών κεφαλαίων ποσό που είχε δηλωθεί ως λοιπό έσοδο στο έντυπο Ε3 και δεν είχε συνυπολογιστεί στον αρχικό έλεγχο.
Αντίθετα, απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί σχετικά με την αύξηση πληρωτέων λογαριασμών και τη μείωση εισπρακτέων απαιτήσεων. Η ΔΕΔ έκρινε ότι δεν υπήρξε επαρκής τεκμηρίωση, καθώς δεν είχαν προσκομιστεί αναλυτικές καρτέλες πελατών και προμηθευτών ούτε επαρκή λογιστικά στοιχεία που να επιτρέπουν την επαλήθευση των σχετικών υπολοίπων. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν υποβληθεί εξαρχής όλα τα απαιτούμενα έντυπα και δικαιολογητικά που προβλέπονται για την εφαρμογή της μεθόδου ανάλυσης ρευστότητας.
Μετά την επανεξέταση και την αναμόρφωση του πίνακα ρευστότητας, η αρνητική διαφορά που θεωρήθηκε ως μη δηλωθέν εισόδημα περιορίστηκε, οδηγώντας σε μείωση του φορολογικού καταλογισμού και των σχετικών επιβαρύνσεων. Η ΔΕΔ προχώρησε τελικά σε μερική αποδοχή της προσφυγής και τροποποίησε την αρχική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου που είχε εκδώσει η ΔΟΥ Δράμας.
